Στο e-report.net παρεχουμε Ειδήσεις και σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία από εμάς και τους συνεργάτες μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν συναινέσετε ή να αρνηθείτε να συναινέσετε. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αρνηθείτε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις σας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο. Μπορείτε πάντα να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο ή επισκεπτόμενοι την πολιτική απορρήτου μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας.Δες περισσότερα εδώ.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ποιες είναι οι προτάσεις που κατέθεσε το ΣτΕ για τη Συνταγματική Αναθεώρηση

Τις προτάσεις του Συμβουλίου της Επικράτειας για τη συνταγματική αναθεώρηση απέστειλε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Μιχάλης Πικραμένος, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον πρωθυπουργό, στον υπουργό Δικαιοσύνης και στους αρχηγούς των κομμάτων.

Μαζί με τις προτάσεις, ο κ. Πικραμένος απέστειλε και επιστολή στην οποία, μεταξύ άλλων, τονίζεται ότι «ο σεβασμός στην συνταγματική παράδοση είναι η ισχυρότερη εγγύηση ότι το Σύνταγμα, με την πιστή, αλλά με όραμα, τήρηση και ερμηνεία του, θα παραμείνει ανθεκτικό και επίκαιρο», υπογραμμίζοντας παράλληλα πως η πρωτοβουλία και η ευθύνη για την αναθεώρηση ανήκουν στην πολιτική εξουσία.

Το ΣτΕ υπογραμμίζει ότι το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο έχει αποδειχθεί ανθεκτικό στον χρόνο και στις κρίσεις, ιδίως χάρη στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, τη διάκριση των εξουσιών και τη δικαστική ανεξαρτησία.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, και ειδικά η οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, λειτουργεί αποτελεσματικά και χρειάζεται μόνο περιορισμένες, σημειακές βελτιώσεις. Το Συμβούλιο της Επικρατείας καταλήγει ότι απέναντι στο ισχύον Σύνταγμα απαιτούνται όχι μόνο σεβασμός και τήρηση, αλλά και σεμνότητα, χαρακτηρίζοντας μάλιστα αυτή τη στάση ζήτημα πατριωτισμού.

Η επιστολή στην οποία σημειώνεται πως το ΣτΕ συμμετέχει στο διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση με «αίσθημα ευθύνης», αναφέρει:

Η συμπλήρωση 50 ετών από την ψήφιση του Συντάγματος θα αποτελούσε, αυτή και μόνη, για το Δικαστήριο αφορμή και αφετηρία για αναστοχασμό, ακόμη και χωρίς την προαναγγελία επικείμενης έναρξης, για πέμπτη φορά από την θέση του σε ισχύ, της διαδικασίας για την αναθεώρησή του. Η πρωτοβουλία και η ευθύνη τόσο για το προϊόν της διαδικασίας αυτής, όσο και για την ίδια την κίνησή της, δεν ανήκουν στην δικαστική εξουσία. Καθήκον και ευθύνη του δικαστή είναι μόνο η πιστή τήρηση του Συντάγματος. Ως εκεί – και μόνο – φθάνει η δική του νομιμοποίηση. Δια του Συντάγματος συγκροτούμε, ως Λαός, την συλλογική μας ταυτότητα, ως κυρίαρχη πολιτική οντότητα, και καθορίζουμε, δεσμευτικά, τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις σχηματισμού της κοινής μας βούλησης, τα θέματα που επιτρέπεται να αποτελέσουν αντικείμενο κοινής βούλησης (και αντιστρόφως αυτά που παραφυλάσσονται στην ατομική βούληση του καθενός από εμάς) και τα όρια του επιτρεπτού περιεχομένου αυτής της κοινής βούλησης. Χωρίς αυτά τα όρια, Σύνταγμα δεν υπάρχει, ούτε και συντεταγμένη πολιτική κοινότητα. Υπάρχει μόνο αυθαίρετη επιβολή. Η δικαιοσύνη είναι ο φύλακας αυτών των ορίων.

Για αυτό τον λόγο, η άλλη όψη των ορίων της νομιμοποίησης του δικαστή να ομιλεί για την αναθεωρητική διαδικασία, είναι το βάρος και η ευθύνη του να στοχάζεται και να διαπιστώνει, τουλάχιστον κατά το μέρος που αφορά την συνταγματική θωράκιση της αποστολής του, και, τελικά, των εγγυήσεων τηρήσεως του Συντάγματος συνολικά. Αυτή η επαγρύπνηση και ο αναστοχασμός είναι κατ’ εξοχήν ευθύνη και μέριμνα του Συμβουλίου της Επικρατείας, γιατί, λίγο ως πολύ, στο πλαίσιο διοικητικών διαφορών αναφύονται τα μείζονα ζητήματα συνταγματικής νομιμότητας και το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, είναι, τελικά, αυτό που καλείται να επιλύσει τις συνταγματικές διαφορές.

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας, από την πορεία των πραγμάτων, έχει περιέλθει, ιστορικά, ο συνταγματικά ευαίσθητος ρόλος να λειτουργεί ως το κατ’ εξοχήν Δικαστήριο συνταγματικών διαφορών, αλλά με τις υποχρεώσεις νηφαλιότητας, μετριοπάθειας και αυτοσυγκράτησης που συνοδεύουν την αμιγώς δικαστική του φύση και την συγκρότησή του αποκλειστικά από δικαστές που σταδιοδρομούν περιβεβλημένοι με εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Άλλα πρόσωπα ή όργανα με πολιτική προέλευση θα λειτουργούσαν ασφαλώς διαφορετικά και θα δημιουργούσαν άλλες ισορροπίες στο πολίτευμα.

Με αυτό το πνεύμα ευθύνης, επιστημονικής μετριοπάθειας και σεβασμού στην παράδοση προσέρχεται το Δικαστήριο στην ανάλυση, τη μελέτη, την ιστορική και συγκριτική επισκόπηση, και τον αναστοχασμό των συνταγματικών διατάξεων και ζητημάτων που αφορούν την οργάνωση και τη λειτουργία της δικαιοσύνης, κατά το μέρος που άπτονται των δικών του αρμοδιοτήτων για τις οποίες μπορεί να εκφέρει έγκυρη γνώμη. Το οφείλει στη φύση και την αποστολή του, το οφείλει στο πνεύμα νηφαλιότητας, μετριοπάθειας και αυτοσυγκράτησης που διαπνέει τις εργασίες της Αναθεωρητικής Βουλής του 1975 και το ίδιο το συνταγματικό κείμενο, στην σοφία και την ισορροπία που διασφάλισαν την ανθεκτικότητα και την αντοχή του στο χρόνο. Οι πολιτικές κρίσεις που βασάνισαν τη χώρα κατά τη διάρκεια του «αιώνα των άκρων», από τον διχασμό του 1915 μέχρι την πτώση της δικτατορίας το 1974, μας έκαναν να ξεχνούμε τις βαθιές ρίζες της συνταγματικής παράδοσης και του κοινοβουλευτισμού στη χώρα μας – από τις παλαιότερες στην Ευρώπη – να υπερτονίζουμε τις αδυναμίες και τα ελαττώματα που συνόδευσαν την καθημερινότητά τους, και, παράλληλα, ίσως να υποβαθμίζουμε την ευρωστία της μεταρρυθμιστικής πνοής του Συντάγματος του 1911. Αλλά κανένα συνταγματικό κείμενο δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε από την γενικευμένη καταφρόνηση των θεσμών, ούτε από την βία. Δεν έφταιξε το Σύνταγμα για τις πολιτικές και πολιτειακές κρίσεις που βίωσε η χώρα. Αντίστοιχη, και ίσως ακόμη μεγαλύτερη σοφία και διορατικότητα αναδεικνύουν οι συζητήσεις και το έργο της αναθεωρητικής Βουλής του 1975.

Οι συνταγματικές διατάξεις εμετρήθησαν, εζυγίσθησαν και δεν ευρέθησαν ελλιπείς ούτε κατά τη δύσκολη συγκυρία της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Η διαχείριση των κρίσεων (αλλά και η στο μέτρο του εφικτού πρόληψη ή αποτροπή τους) και, ακόμη περισσότερο, η προσαρμογή σε ένα συγχρόνως ευμετάβλητο και βίαια μεταβαλλόμενο εξωτερικό (και επομένως μη ελέγξιμο, ακόμη και όταν είναι προβλέψιμο) περιβάλλον είναι έργο της πολιτικής και όχι του Συντάγματος. Αλλά κατά το μέρος που η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα των θεσμών εξαρτώνται και από το συνταγματικό πλαίσιο, το Σύνταγμα δεν ευρέθη λιποβαρές. Αυτή η αντοχή του Συντάγματος δεν μπορεί να αποχωρισθεί από το στέρεο και συνεκτικό πλέγμα δικαιοκρατικών εγγυήσεων που κατοχυρώνει και από τον βαθύ, αλλά νηφάλιο και πειθαρχημένο δικαστικό έλεγχο που διασφαλίζει τη διηνεκή επικαιρότητα και αποτελεσματικότητά του.

Στον πυρήνα δε αυτών των εγγυήσεων του κράτους δικαίου βρίσκονται η ισοτιμία των τριών συντεταγμένων εξουσιών, οι προσωπικές και λειτουργικές εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας, και η οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης και του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, όπως έχουν κατοχυρωθεί στην υπεραιωνόβια συνταγματική μας παράδοση. Αυτό το σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας της δικαιοσύνης έχει καταξιωθεί στον χρόνο και μόνο σημειακές βελτιώσεις επιδέχεται. Η επιβαλλόμενη συμμετοχή των δικαστών στην διαδικασία επιλογής των προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων ήδη κατοχυρώνεται σε επίπεδο νόμου, κατά τα λοιπά δε η δικαστική ανεξαρτησία, τουλάχιστον κατά το μέρος που η προστασία της εξαρτάται από το Σύνταγμα, ήδη κατοχυρώνεται κατά τρόπο που υπερκαλύπτει αξιοζήλευτα τα καθιερωμένα διεθνή πρότυπα ώστε τυχόν διατάραξη της αρμονίας του υφιστάμενου συστήματος, όπως έχει οργανωθεί, αυτοτελώς ανά κλάδο δικαιοδοσίας, με την εγγύηση των Ολομελειών των οικείων Ανωτάτων Δικαστηρίων, θα συνιστούσε σοβαρή οπισθοχώρηση.

Η οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης, ως δικτύου με κέντρο το Συμβούλιο της Επικρατείας, η ορθολογική κατανομή εργασιών μεταξύ αυτού και των τακτικών δικαστηρίων της ουσίας, η συνεργασία τους, ενισχυμένη με θεσμούς όπως η πρότυπη δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα, και η δικονομική οργάνωση των ενδίκων μέσων, που τελούν σε αρμονία και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, ρυθμίζονται και αυτά αποτελεσματικά σε επίπεδο κοινού νόμου. Ως προς το ζήτημα των συνταγματικών διαφορών η επίλυσή τους διασφαλίζεται επικαίρως και μετά λόγου γνώσεως, χωρίς σπουδή, και εν όψει των πραγματικών συνεπειών της εφαρμογής του νόμου, με δικονομική διαρρύθμιση που υπηρετεί την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας, με στάθμιση των πραγματικών καταστάσεων υπέρ καλόπιστων διοικουμένων (βλ. το άρθρο 50 παρ. 2β του πδ 18/1989), σε συνδυασμό με τους θεσμούς του προδικαστικού ερωτήματος και της πιλοτικής δίκης που έχουν καθιερωθεί από τον κοινό νομοθέτη.

Ο σεβασμός στην συνταγματική παράδοση είναι η ισχυρότερη εγγύηση ότι το Σύνταγμα, με την πιστή, αλλά με όραμα, τήρηση και ερμηνεία του θα παραμείνει ανθεκτικό και επίκαιρο. Κανένα ανθρώπινο δημιούργημα δεν είναι, και δεν χρειάζεται να είναι, τέλειο. Για να αντέξει, απαιτείται – και αρκεί – να μπορεί να δει την μεγάλη εικόνα, πέρα από την στενή και άμεση περίσταση. Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η συγκυρία του 1975, που επέβαλε σωφροσύνη και διορατικότητα, και επέτρεψε στους πατέρες του Συντάγματος να υψωθούν πάνω από τις περιστάσεις, να διδαχθούν από το παρελθόν και να ατενίσουν το μέλλον, ήταν ιστορικά μοναδική. Και αν η σοφία αυτής της συγκυρίας μας συνοδεύει και μας καθοδηγεί ακόμη, οι συνθήκες που την γέννησαν ούτε μπορεί, ούτε ευχόμαστε να επαναληφθούν. Επομένως χωρίς τις ιστορικά ιδιαίτερες περιστάσεις του 1975, οριακές και σημειακές μόνο βελτιώσεις επιδέχεται το ισχύον συνταγματικό κείμενο. Πέρα από αυτές μάλλον ελλοχεύει ο κίνδυνος κλονισμού της ισορροπίας και της συνοχής του. Για αυτό και όχι μόνο ο σεβασμός και η τήρηση, αλλά και η σεμνότητα ενώπιον του ισχύοντος Συντάγματος είναι, τελικά, ζήτημα πατριωτισμού των Ελλήνων.

Με αυτό το πνεύμα σεμνότητας, σύνεσης και μετριοπάθειας, το Συμβούλιο της Επικρατείας, εν Ολομελεία, καταθέτει τα πορίσματα της μελέτης και διασκέψεώς του στον δημόσιο διάλογο. Πορίσματα που έχουν σκοπό να συμβάλουν στη νηφάλια και στοχαστική αναζήτηση λύσεων οι οποίες θα εμπλουτίσουν το συνταγματικό οικοδόμημα με νηφαλιότητα και αίσθημα ευθύνης απέναντι στο ιστορικό παρελθόν της χώρας αλλά και στις προκλήσεις της εποχής μας. Με τιμή Μιχάλης Ν. Πικραμένος.

Tags
Back to top button