Νέα λεκτική επίθεση με αποδέκτη ευρωπαϊκό κράτος εξαπέλυσε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, θέτοντας αυτή τη φορά στο στόχαστρό του την Ισπανία.
Μέσω επίσημης ανάρτησής του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Αμερικανός πρόεδρος άσκησε δριμεία κριτική στη Μαδρίτη, εστιάζοντας ευθέως σε δύο κομβικούς πυλώνες: την τρέχουσα πορεία της ισπανικής οικονομίας και την πραγματική συνεισφορά της χώρας στη συλλογική άμυνα του NATO.
Η διπλή επίθεση στους δείκτες και τις συμμαχικές υποχρεώσεις
Στη δημόσια τοποθέτησή του, ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε ιδιαίτερα αιχμηρός, επιλέγοντας σκληρή ορολογία για να περιγράψει την κατάσταση στην ιβηρική χερσόνησο. Ειδικότερα, υποστήριξε χωρίς περιστροφές ότι η Ισπανία «τα πηγαίνει πολύ άσχημα» στο εσωτερικό της, κάνοντας παράλληλα λόγο για «απολύτως φρικτά οικονομικά στοιχεία».
Οι συγκεκριμένες αναφορές καταγράφονται σε μια ευαίσθητη συγκυρία, κατά την οποία πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες αναζητούν σταθερό βηματισμό απέναντι στις διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις.
Πέραν, όμως, της οικονομικής αξιολόγησης, το κύριο βάρος της αμερικανικής κριτικής επικεντρώθηκε στον τομέα της στρατιωτικής συνεργασίας. Ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε την Ισπανία ότι η πρακτική της συνεισφορά στις ανάγκες του NATO ισοδυναμεί με «σχεδόν τίποτα».
Η αναφορά αυτή αντανακλά την πάγια δυσαρέσκεια της Ουάσινγκτον για τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη αντιμετωπίζουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στη συμμαχία.
Το ιστορικό των πιέσεων και η στάση της Μαδρίτης
Η αιχμηρή ρητορική απέναντι στην Ισπανία δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο ή τυχαίο γεγονός, αλλά εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Αμερικανός πρόεδρος ασκεί συστηματική πίεση στα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του NATO, απαιτώντας τη ραγδαία αύξηση των εθνικών αμυντικών τους προϋπολογισμών, ώστε να επιτευχθεί ο στρατηγικός στόχος του 2% επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.
Η στάση αυτή υπενθυμίζει στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προτίθενται να επωμίζονται δυσανάλογο στρατιωτικό και οικονομικό βάρος για την προστασία της ηπείρου.
Μέχρι αυτή την ώρα, η ισπανική κυβέρνηση τηρεί στάση αναμονής, αποφεύγοντας μια άμεση διπλωματική απάντηση στις κατηγορίες. Παρόλα αυτά, η ευθεία αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της Ισπανίας από το ανώτατο αμερικανικό επίπεδο αναμένεται να προκαλέσει ισχυρές πολιτικές αναταράξεις.
Οι δηλώσεις αυτές τροφοδοτούν εκ νέου τον διάλογο στο εσωτερικό της Ευρώπης για τον βαθμό εξάρτησης από την Ουάσινγκτον, τις αλλαγές που απαιτούνται στην ευρωπαϊκή άμυνα και τις αναγκαίες προσαρμογές στη δημοσιονομική πολιτική των κρατών-μελών.