Ακόμη και μια ξύλινη καρέκλα, με την εικόνα του προέδρου της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν διέθετε ο φερόμενος ως αρχηγός του κυκλώματος λαθραίων τσιγάρων που συνελήφθη από στελέχη του ελληνικού FBI.
Σύμφωνα με πληροφορίες, πρόκειται για τον 48χρονο ομογενή από το Καζακστάν, ο οποίος ήταν γνωστός στους συνεργάτες τους με το ψευδώνυμο «Πούτιν». Ο 48χρονος φέρεται να μίσθωσε από τον Αύγουστο του 2018 χώρο στον Αυλώνα που μετατράπηκε στη συνέχεια σε εργοστάσιο παραγωγής λαθραίων τσιγάρων.
Ο «Πούτιν», λοιπόν, είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα εξαιρετικά δομημένο δίκτυο, το οποίο λειτουργούσε σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, με επιχειρησιακό κέντρο που όλο το 24ωρο επιτηρούσε όλη την αλυσίδα παραγωγής.
Ο αδερφός του, ο οποίος ήταν γνωστός ως «Πρόεδρος», είχε αναπτύξει νόμιμη (;) δραστηριότητα στη ναυτιλία και συγκεκριμένα στη μεταφορά πετρελαίου.
Ο «Πούτιν», μαζί με τον αδερφό του, φέρονται ως τα αρχηγικά μέλη της οργάνωσης. Το 80% της παραγωγής κατέληγε στο εξωτερικό και το 20% στην εγχώρια αγορά. Μέλη του κυκλώματος έπαιρναν τα κέρδη και τα επένδυαν -μεταξύ άλλων- στο real estate (αγορές σπιτιών σε Κηφισιά, Λαγονήσι και άλλες περιοχές), ενώ διαπιστώθηκε ότι είχαν και ναυτιλιακές εταιρείες στο εξωτερικό. Η ΕΛ.ΑΣ. κατάσχεσε 1,2 εκατ. ευρώ σε μετρητά κατά τη διάρκεια της μεγάλης επιχείρησης.
Ξέπλυμα χρήματος σε αγορές ακινήτων
Στο στόχαστρο της ΔΑΟΕ έχουν μπει οι αγορές τουλάχιστον επτά σε ολόκληρη την Ελλάδα, τα οποία τα αρχηγικά μέλη είχαν αγοράσει το τελευταίο χρονικό διάστημα. Βίλες με πισίνες και μονοκατοικίες σε νότια και βόρεια προάστια, ενώ ο «Πούτιν» με τον «Πρόεδρο» είχαν αδυναμία και στα νησιά, όπου αποκτούσαν ακίνητη περιουσία.
Όλα αυτά, βέβαια, φρόντιζαν να τα μεταβιβάζουν σε στενούς συγγενείς τους, ώστε να μη φαίνεται κάτι στο όνομά τους.
Ταυτόχρονα, ελέγχονται περισσότεροι από 400 τραπεζικοί λογαριασμοί, μεταξύ των οποίων και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ αναμένεται να γίνει δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων.
Τα συνθηματικά που χρησιμοποιούσαν
Για τη συγκάλυψη της δράσης τους, τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν συστηματικά πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα και εικονικές διοικητικές διαδικασίες, με τη δημιουργία ανύπαρκτων φορολογικών οντοτήτων, αποδόσεις ΑΦΜ, σύσταση εικονικών επιχειρήσεων, δήλωση μισθώσεων, έκδοση αδειών κυκλοφορίας και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων στο όνομα τρίτων προσώπων.
Επίσης, χρησιμοποιούσαν ειδικό κώδικα επικοινωνίας – κωδικές λέξεις – ως εξής:
- επιχειρησιακά οχήματα ως «κινέζος», «πορτοκαλί»,
- αστυνομικές δυνάμεις ως «καρούμπαλο»,
- αχυρανθρώπους, ως «τσουβάλια», καθώς και
- λέξεις όπως «γαιδούρια», «W», ή «d», οι οποίες παρέπεμπαν σε επώνυμες μάρκες καπνοβιομηχανιών.
Χαρακτηριστικό της οικονομικής λειτουργίας της οργάνωσης ήταν η εκτεταμένη χρήση μετρητών. Η καταβολή μισθωμάτων, η προμήθεια πρώτων υλών και η κάλυψη λειτουργικών εξόδων γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά χωρίς τραπεζικό ίχνος, ενώ τις φυσικές πληρωμές είχε αναλάβει επιλεγμένο μέλος, προκειμένου να αποφεύγεται η σύνδεση των συναλλαγών με την υπόλοιπη εγκληματική δραστηριότητα.
Ενδεικτικά, σε μόλις 8 χρόνια υπολογίζεται ότι κατέβαλαν σε μισθωτήρια χώρων πάνω από 1,2 εκατομμύρια ευρώ, ενώ διαχειρίζονταν συνολικά-6- κτηριακές εγκαταστάσεις – αποθήκες, -5- ιδιωτικούς χώρους στάθμευσης, -2- χώρους «Γραφεία», -6- φορτηγά, -2- ρυμουλκά (τράκτορες), -3- ρυμουλκούμενα (επικαθημένα) και -15- αυτοκίνητα (εκ των οποίων -2- μισθωμένα).
Πάνω από 7 εκ. ευρώ η ζημιά
Περαιτέρω, από την εις βάθος οικονομική έρευνα προέκυψε ότι τα έσοδα της εγκληματικής οργάνωσης διοχετεύονταν στα αρχηγικά μέλη κυρίως μέσω μετρητών, γεγονός που δυσχέραινε τον άμεσο εντοπισμό τραπεζικών ροών. Παρά ταύτα, το μέγεθος των παράνομων κερδών αποτυπώνεται στην αυξημένη οικονομική τους επιφάνεια, η οποία υπερκαλύπτει εκείνη των κατώτερων ιεραρχικά μελών και τεκμηριώνει τον ηγετικό τους ρόλο.
Η εικόνα αυτή ενισχύθηκε από τα ευρήματα στις οικίες τους, όπου κατασχέθηκαν μεγάλα χρηματικά ποσά σε μετρητά, αντικείμενα υψηλής αξίας, καθώς και τραπεζικά μέσα και έγγραφα πιστωτικών ιδρυμάτων του εξωτερικού, ενώ διακριβώθηκε και η χρήση λογαριασμών σε αλλοδαπές τράπεζες.
Στο πλαίσιο της έρευνας ελέγχθηκαν εκατοντάδες τραπεζικοί λογαριασμοί φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και η απόκτηση ακίνητης περιουσίας, η οποία πραγματοποιούνταν κατά κανόνα με μετρητά ή μέσω προσχηματικών τραπεζικών κινήσεων από συγγενικά πρόσωπα ή εταιρείες συνδεδεμένες με τα αρχηγικά μέλη, συχνά σε αξίες σημαντικά χαμηλότερες της πραγματικής.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν εταιρείες με φαινομενικά νόμιμη δραστηριότητα, περιορισμένο προσωπικό και διαχειριστικό έλεγχο από τα αρχηγικά μέλη ή πρόσωπα του στενού τους περιβάλλοντος, στοιχεία τα οποία συνολικά καταδεικνύουν τον κύκλο του χρήματος και στοιχειοθετούν οργανωμένο μηχανισμό νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Αναφορικά με τη διεθνική δράση, από τα τέλη Σεπτεμβρίου 2025 έως σήμερα έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 15 παραδόσεις φορτίων λαθραίων τσιγάρων. Η δραστηριότητα διακόπηκε προσωρινά τον Οκτώβριο 2025, μετά από κατασχέσεις φορτίων στη Ρουμανία και την Πολωνία, ωστόσο επανεκκίνησε τον Ιανουάριο 2026, γεγονός που καταδεικνύει τη συνεχιζόμενη επιχειρησιακή ικανότητα της οργάνωσης.
Η οικονομική ζημία για το Δημόσιο, μόνο από τις συγκεκριμένες παραδόσεις, υπολογίζεται σε 1.507.381,41 ευρώ, ενώ το συνολικό ύψος των διαφυγόντων φόρων και δασμών από τις κατασχεθείσες ποσότητες εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 7.096.033 ευρώ.
Αστυνομικός κατηγορούμενος – Φέρεται να λάμβανε μηναίο «μισθό» από το κύκλωμα
Ένας είναι ανάμεσα στους 13 κατηγορουμένους, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι πληκτρολογούσε πινακίδες κυκλοφορίας οχημάτων που του είχαν δώσει τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης. Μόνο τον Νοέμβριο έχει διαπιστωθεί ότι έκανε 30 αναζητήσεις, ενώ για τις υπηρεσίες του έπαιρνε 500 ευρώ τον μήνα.
Η εγκληματική οργάνωση του «Πούτιν» αποτελούσε τον μεγάλο ανταγωνιστή του «Έντικ» σε ό,τι έχει να κάνει με το λαθρεμπόριο τσιγάρων.
Η αντίπαλη ομάδα των τσιγάρων, με αρχηγό τον Έντικ, του είχε δώσει το παρατσούκλι «Μπαλαρίνα».
Ο τρόπος δράσης του κυκλώματος
Ως προς τον τρόπο δράσης, σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, μετά από πολύμηνη και συστηματική έρευνα διακριβώθηκε ότι τουλάχιστον από τον Αύγουστο του 2018 οι δύο φερόμενοι αρχηγοί της οργάνωσης λειτουργούσαν ως αφανείς κεντρικοί καθοδηγητές, λαμβάνοντας αυξημένα μέτρα ασφαλείας και αποφεύγοντας οποιαδήποτε άμεση επιχειρησιακή έκθεση.
Κεντρικό ρόλο στη λειτουργία της οργάνωσης είχε συγκεκριμένο «σημείο συντονισμού» – γραφείο, από το οποίο τα αρχηγικά μέλη πραγματοποιούσαν τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, τον συντονισμό των υπολοίπων μελών, καθώς και την επιτήρηση των εγκαταστάσεων, μέσω συστημάτων βιντεοπαρακολούθησης.
Από το ίδιο σημείο οργανωνόταν η επικοινωνία των μελών με χρήση τηλεφωνικών συσκευών και συνδέσεων σε στοιχεία τρίτων («αχυράνθρωποι»), καθώς και η διαχείριση οικονομικών πόρων για την κάλυψη λειτουργικών εξόδων.
Επίσης, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτιζαν δύο ανώτερα επιχειρησιακά μέλη, τα οποία ενεργούσαν για λογαριασμό της ηγεσίας, συντόνιζαν τις παραγωγικές και μεταφορικές διαδικασίες, μεριμνούσαν για τη στελέχωση και την υλικοτεχνική υποδομή της οργάνωσης και λειτουργούσαν ως σημείο αναφοράς για τα λοιπά μέλη.
Όπως επισημαίνεται από την ΕΛΑΣ, για να πετύχουν το σκοπό τους, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης είχαν αναπτύξει πλήρη και πολυεπίπεδη επιχειρησιακή δομή, με παράνομες εγκαταστάσεις επεξεργασίας καπνού και παραγωγής τσιγάρων, κυρίως σε περιοχές της Αττικής και της Στερεάς Ελλάδας, χώρους αποθήκευσης και παλετοποίησης, καθώς και δίκτυο μεταφοράς και διάθεσης των παραγόμενων προϊόντων.
Τα παραγόμενα τσιγάρα τυποποιούνταν σε πλαστά πακέτα που έφεραν σήματα και ενδείξεις νόμιμων καπνοβιομηχανιών, κυρίως με ξενόγλωσσους χαρακτήρες.
Ακολούθως, μεταφέρονταν από τους χώρους παραγωγής σε χώρους προσωρινής αποθήκευσης και στη συνέχεια φορτώνονταν σε φορτηγά οχήματα, κυρίως ρυμουλκά και ρυμουλκούμενα με αλλοδαπές πινακίδες κυκλοφορίας, με προορισμό άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτες χώρες, ενώ μέρος της παραγωγής διοχετευόταν και στο εσωτερικό της χώρας. Οι μεταφορές συνοδεύονταν από εικονικά παραστατικά και, κατά περίπτωση, οχήματα έφεραν πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας.
Για τη συγκάλυψη της δράσης τους, τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν συστηματικά πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα και εικονικές διοικητικές διαδικασίες, με τη δημιουργία ανύπαρκτων φορολογικών οντοτήτων, αποδόσεις ΑΦΜ, σύσταση εικονικών επιχειρήσεων, δήλωση μισθώσεων, έκδοση αδειών κυκλοφορίας και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων στο όνομα τρίτων προσώπων.
Χαρακτηριστικό της οικονομικής λειτουργίας της οργάνωσης ήταν η εκτεταμένη χρήση μετρητών.
Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Κωνσταντία Δημογλίδου, η καταβολή μισθωμάτων, η προμήθεια πρώτων υλών και η κάλυψη λειτουργικών εξόδων γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά χωρίς τραπεζικό ίχνος, ενώ τις φυσικές πληρωμές είχε αναλάβει επιλεγμένο μέλος, προκειμένου να αποφεύγεται η σύνδεση των συναλλαγών με την υπόλοιπη εγκληματική δραστηριότητα.