Έξι χρόνια μετά την αυθαίρετη και προκλητική μετατροπή της Αγιάς Σοφιάς σε τζαμί, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επανήλθε με νέες εμπρηστικές δηλώσεις, ρίχνοντας άλλο ένα γάντι στην Ελλάδα, τη Δύση και τον χριστιανικό κόσμο.Αντί να σεβαστεί τον παγκόσμιο χαρακτήρα του μνημείου, ο Τούρκος πρόεδρος το παρουσίασε ξανά ως «κατάκτηση» και «αποκατάσταση» για τον μουσουλμανικό κόσμο, υπονοώντας ότι η μετατροπή του σε τζαμί ήταν η «σωστή» και «φυσική» του κατάληξη.
«Την επαναφέραμε στον ισλαμικό κόσμο», δήλωσε χωρίς ίχνος σεβασμού προς τη βυζαντινή της ταυτότητα, τους εκατομμύρια χριστιανούς ανά τον κόσμο και τις διεθνείς συμβάσεις που προστατεύουν τα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, όπως αναφέρει το
Ο Ερντογάν δεν δίστασε να συνδέσει την απόφαση με τον ριζοσπάστη ισλαμιστή ποιητή Νετζίπ Φαζίλ Κισακιουρέκ, γνωστό για τις ακραίες απόψεις του, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι η κίνηση αυτή δεν ήταν πολιτιστική αλλά βαθιά ιδεολογική και νεο-οθωμανική. Με αυτόν τον τρόπο, μετατρέψει ένα σύμβολο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς σε εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης και εξωτερικής προβολής ισχύος.
Παρά τις έντονες αντιδράσεις από την Ελλάδα, την UNESCO, την Ευρωπαϊκή Ένωση και πολλές ορθόδοξες εκκλησίες το 2020, ο Ερντογάν συνεχίζει να προκαλεί, χρησιμοποιώντας την Αγιά Σοφιά σαν τρόπαιο της «νίκης» του. Οι εργασίες «αποκατάστασης» που επικαλείται, στην πραγματικότητα συνοδεύονται από απόκρυψη ψηφιδωτών και χριστιανικών συμβόλων κατά τις ώρες προσευχής, μετατρέποντας το μνημείο σε χώρο θρησκευτικής μονοπώλησης.Η κίνηση αυτή δεν είναι απλώς «εσωτερική υπόθεση» της Τουρκίας.
Είναι ξεκάθαρη πολιτιστική πρόκληση, ιστορική αναθεώρηση και μήνυμα νεο-οθωμανικής αναβίωσης σε όλη την περιοχή.Η Ελλάδα και ο πολιτισμένος κόσμος οφείλουν να μην ξεχνούν: Η Αγιά Σοφιά δεν είναι μόνο τουρκική περιουσία. Είναι παγκόσμιο μνημείο που ακρωτηριάστηκε για να ικανοποιηθούν ισλαμιστικά αντανακλαστικά και προσωπικές φιλοδοξίες ενός ηγέτη.