Σε κάθειρξη 14 ετών, χωρίς δυνατότητα πρόωρης αποφυλάκισης, καταδικάστηκε ένας Ιρλανδός για τη δολοφονία της 31χρονης Αμερικανίδας νοσηλεύτριας Μακένζι Ελίζαμπεθ Μιχάλσκι, η οποία είχε εξαφανιστεί κατά τη διάρκεια ταξιδιού της στην Ουγγαρία τον Νοέμβριο του 2024.
Το Περιφερειακό Δικαστήριο της Βουδαπέστης έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο για ανθρωποκτονία, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι ο θάνατος της γυναίκας προκλήθηκε κατά λάθος στη διάρκεια συναινετικής ερωτικής συνεύρεσης.
Ο άνδρας, η ταυτότητα του οποίου δεν δημοσιοποιείται βάσει της ουγγρικής νομοθεσίας και αναφέρεται μόνο με τα αρχικά LTM, είχε γνωρίσει την 31χρονη σε νυχτερινό κέντρο της Βουδαπέστης και την είχε προσκαλέσει στο διαμέρισμά του.
Την έδεσε και τη στραγγάλισε
Σύμφωνα με τα ευρήματα του δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος έδεσε τη γυναίκα, τη χτύπησε και τη στραγγάλισε. Η νεκροψία έδειξε ότι η 31χρονη υπέστη ασφυξία για διάστημα δύο έως τριών λεπτών, καθώς και κακώσεις στο κεφάλι από αμβλύ αντικείμενο.
«Ο κατηγορούμενος δεν προσπάθησε να επαναφέρει το θύμα ούτε κάλεσε βοήθεια. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του δικαστηρίου, επιδίωξε το αποτέλεσμα των πράξεών του, δηλαδή τον θάνατο της γυναίκας», ανέφερε το δικαστήριο.
Μετά τη δολοφονία, ο άνδρας καθάρισε το διαμέρισμά του και έκρυψε προσωρινά τη σορό μέσα σε ντουλάπα. Στη συνέχεια αγόρασε μια βαλίτσα, τοποθέτησε μέσα το σώμα και νοίκιασε αυτοκίνητο.
Οδήγησε περίπου 145 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Βουδαπέστης, προς τη λίμνη Μπάλατον, όπου εγκατέλειψε τη βαλίτσα σε δασική περιοχή.
Τα βίντεο στο κινητό του
Κατά την έρευνα της αστυνομίας εντοπίστηκε στο κινητό τηλέφωνο του δράστη βίντεο με τη δεμένη σορό της 31χρονης.
Οι Αρχές κατάσχεσαν επίσης ένα στυλό με κρυφή κάμερα, στο οποίο υπήρχαν καταγραφές του άνδρα να προσεγγίζει διάφορες γυναίκες στους δρόμους της Βουδαπέστης.
Ιδιαίτερα επιβαρυντικό θεωρήθηκε και το ιστορικό των διαδικτυακών αναζητήσεών του μετά το έγκλημα. Μεταξύ άλλων, είχε αναζητήσει πληροφορίες για το αν οι χοίροι ή οι αγριόχοιροι τρώνε ανθρώπινα πτώματα, αν υπάρχουν αγριόχοιροι κοντά στη λίμνη Μπάλατον και πώς μπορεί να απομακρυνθεί η οσμή αποσύνθεσης.
Είχε επίσης αναζητήσει πόσο αποτελεσματική είναι η αστυνομία της Βουδαπέστης και πώς οι ουγγρικές Αρχές διαχειρίζονται τις υποθέσεις εξαφανισμένων προσώπων.
Η εξαφάνιση και το υλικό από τις κάμερες
Η Μακένζι Μιχάλσκι δηλώθηκε αγνοούμενη στις 5 Νοεμβρίου 2024 από φίλους της, όταν δεν εμφανίστηκε για την αναχώρηση από το κατάλυμα που είχαν νοικιάσει και έχασε την προγραμματισμένη πτήση της προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι αστυνομικοί εντόπισαν υλικό από κάμερες ασφαλείας, στο οποίο η Αμερικανίδα εμφανιζόταν να αποχωρεί από το νυχτερινό κέντρο Szimpla Kert μαζί με τον Ιρλανδό.
Ο άνδρας συνελήφθη στη Βουδαπέστη δύο ημέρες μετά τη δολοφονία. Μετά τη σύλληψή του υπέδειξε στους αστυνομικούς το σημείο όπου είχε εγκαταλείψει τη σορό, επέμενε όμως ότι ο θάνατος της γυναίκας ήταν ατύχημα.
Βίντεο που είχε δημοσιοποιήσει τότε η αστυνομία τον έδειχνε με χειροπέδες να οδηγεί τους ερευνητές στη δασική περιοχή, όπου ειδικά συνεργεία εντόπισαν τη βαλίτσα και συνέλεξαν στοιχεία.
Απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί ατυχήματος
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι οι κακώσεις της 31χρονης προκλήθηκαν στο πλαίσιο συναινετικής βίαιης ερωτικής πράξης και ότι η ίδια είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να την πιάσει από τον λαιμό.
«Ό,τι έκανα, το έκανα επειδή το ζήτησε η Κένζι. Δεν ήθελα να της αφαιρέσω τη ζωή», υποστήριξε ο κατηγορούμενος ενώπιον του δικαστηρίου.
Οι εισαγγελικές Αρχές απέρριψαν τον ισχυρισμό του, επισημαίνοντας ότι η γυναίκα αντιμετώπιζε παλαιότερο πρόβλημα στον αυχένα και δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για πρακτικές BDSM.
Το δικαστήριο απέρριψε επίσης τα αιτήματα της υπεράσπισης για εκταφή της σορού και νέα εξέταση του ιατρικού και ψυχολογικού ιστορικού της 31χρονης.
«Το πρόσωπό της δεν αναγνωριζόταν»
Η μητέρα του θύματος, Τζιλ, δήλωσε στο δικαστήριο ότι το πρόσωπο της κόρης της ήταν αγνώριστο όταν κλήθηκε να δει τη σορό της.
Ζήτησε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο η αυστηρότερη προβλεπόμενη ποινή, χαρακτηρίζοντας τη δολοφονία «ειδεχθές έγκλημα».
«Δεν θα μπορέσουμε ποτέ ξανά να γιορτάσουμε τα γενέθλια της μοναχοκόρης μας. Από παιδί, η Μακένζι ονειρευόταν τον γάμο της και τη δημιουργία της δικής της οικογένειας. Τώρα δεν θα μπορέσει ποτέ να τα ζήσει αυτά», ανέφερε.
Η ίδια εξέφρασε οργή για το γεγονός ότι η ουγγρική νομοθεσία προστατεύει την ταυτότητα του κατηγορουμένου, ενώ εκείνος, όπως υποστήριξε, είχε τη δυνατότητα να δυσφημίσει την κόρη της στο πλαίσιο της υπερασπιστικής γραμμής του.
Η απολογία του πρώην συντρόφου της
Η 31χρονη διατηρούσε επί έξι χρόνια σχέση με τον Κέντον Ράιχεν στο Πόρτλαντ, αν και το ζευγάρι βρισκόταν σε διάσταση την περίοδο του ταξιδιού της στην Ευρώπη.
Ο Ράιχεν, ο οποίος αρχικά επρόκειτο να ταξιδέψει μαζί της, έγραψε σε ανάρτησή του ότι κατηγορεί τον εαυτό του επειδή δεν βρισκόταν κοντά της.
«Ήσουν όλα όσα χρειαζόμουν στη ζωή. Λυπάμαι που σε απογοήτευσα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι θα ήθελε να είχε μπορέσει να την προστατεύσει.
Μετά την εξαφάνισή της είχε ταξιδέψει στη Βουδαπέστη και συμμετείχε μαζί με τους γονείς της στις έρευνες για τον εντοπισμό της.
Έφεση από την υπεράσπιση
Μετά την ολοκλήρωση της ποινής του, που υπολογίζεται το 2038, ο καταδικασθείς θα απελαθεί στην Ιρλανδία.
Οι δικηγόροι του έχουν ήδη ασκήσει έφεση τόσο κατά της καταδικαστικής απόφασης όσο και κατά της ποινής.
Η οικογένεια της Μακένζι τη χαρακτήρισε μια «όμορφη και συμπονετική νέα γυναίκα», η οποία είχε αφιερώσει τη ζωή της στη φροντίδα των άλλων.
«Ως νοσηλεύτρια, χρησιμοποιούσε το χιούμορ, τη θετική της διάθεση και την απεριόριστη ενσυναίσθησή της για να βοηθά τους ασθενείς της και να στηρίζει την οικογένεια και τους φίλους της», ανέφεραν οι συγγενείς της.